
Είναι Σάββατο πρωί. Είσαι 11-12-13 ετών. Το ραντεβού δίνεται στα «γραφεία του συλλόγου». Η έκφραση ακούγεται επιβλητική αλλά στην πραγματικότητα τα γραφεία είναι μια καμαρούλα μια σταλιά, δύο επί τρία, σε ένα ισόγειο χωμένο σε ένα στενό. Όταν υπάρχει απαρτία κάποιοι αναγκαστικά στέκονται όρθιοι.
Μόλις καταφθάνουν όλοι γίνεται ένας γρήγορος έλεγχος απουσιών. Ο βασικός σέντερ μπακ λείπει και κανένας δεν γνωρίζει γιατί. Η μόνη επιλογή που έχεις είναι να καλέσεις στο σταθερό στο σπίτι του. Δεν απαντάει κανείς. Τέλος αναζήτησης. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο. Κάποιος άλλος θα πρέπει να καλύψει τη θέση.
Ο κόουτς γράφει την ενδεκάδα στον πίνακα. Όσο τη γραφεί, δεν ακούγεται κιχ. Όλοι περιμένουν να δουν αν θα ξεκινήσουν. Η ομάδα θα παίξει σήμερα 4-4-2 με ρόμβο. Βασικά, η ομάδα πάντα παίζει 4-4-2 γιατί δεν γνωρίζει κανένα άλλο σύστημα. Το 10αρι ξέρει συνήθως την περισσότερη μπάλα από όλους. Αλλά δεν τρέχει. Καθόλου. Το θεωρεί έγκλημα κατά του ποδοσφαίρου να προσπαθήσει έστω να μαρκάρει. Όλο το τρέξιμο στο κέντρο το ρίχνει το 6αρι, που μπορεί να παίξει τρία ματς σερί χωρίς να καταλάβει τίποτα.
Ο ένας εκ των δυο επιθετικών είναι το μεγαλύτερο αλάνι της περιοχής. Είναι από αυτούς τους νεαρούς με το έμφυτο ταλέντο που μυρίζονται το γκολ αλλά και τις φασαρίες. Μπορεί μετά το 30′ να σέρνει τα πόδια του από την κούραση αλλά αν ξεκινήσει τσακωμός οπουδήποτε στο γήπεδο είναι ο πρώτος που θα βρεθεί με τη μια στην καρδιά των γεγονότων. Ο τερματοφύλακας είναι πολύ ψηλός και πολύ αδύνατος σαν τον Φαν ντερ Σαρ. Οι ομοιότητες με τον Ολλανδό σταματάνε εκεί. Τις ελάχιστες φορές που κάποιος αναγκάζεται να γυρίσει την μπάλα στον τερματοφύλακα η μισή ομάδα κάνει το σταυρό της να μην κάνει τσαφ. Η άλλη μισή κλείνει τα μάτια. Με την ολοκλήρωση της ανακοίνωσης της ενδεκάδας μοιράζονται οι φανέλες και ετοιμάζονται τα δελτία.
Αμέσως μετά αρχίζουν τα ζόρια. Ακόμα κι όταν ο αγώνας είναι εντός έδρας το γήπεδο βρίσκεται στην άλλη άκρη του δήμου. Για να πας χρειάζεσαι όχημα. Και όχι μόνο ένα. Τις περισσότερες φορές στη μάζωξη δίνουν το παρών μόνο 15-16 ανυπόμονοι πιτσιρικάδες στο ξεκίνημα της εφηβείας, ο προπονητής και ένας φιλότιμος μπαμπάς.
Οι εποχές που οι γονείς γνωρίζουν τα πάντα για το παιδί τους και είναι πανταχού παρόντες δεν έχουν έρθει ακόμη. Στα παιχνίδια οι θεατές είναι μετρημένοι στα δάχτυλα και πιο συχνά είναι τσακαλοπαρέες, φίλοι των ντόπιων παικτών, παρά πατεράδες και μανάδες. Κάποιοι γονείς δεν ξέρουν καν πού και με ποιον αντίπαλο παίζει ο κανακάρης τους εκείνη τη μέρα. Σε μια περίπτωση ένας πατέρας που είχε σκάσει μύτη πρώτη φορά για να βοηθήσει με τη μετακίνηση είχε ρωτήσει τον γιο του στο αμάξι “και πώς τη λένε είπαμε την ομάδα σας;”. Η βασική συνεισφορά τους είναι ότι μια στο τόσο βάζουν το χέρι στην τσέπη για να αγοραστούν στολές, τσάντες, παπούτσια ή κανένας λαχνός.
Τα αυτοκίνητα ετοιμάζονται. Δυο αμάξια για 18 άτομα; Τα νούμερα δεν βγαίνουν. Απλά μαθηματικά. Τη λύση δίνει σχεδόν πάντα ο κυρ-Θανάσης. Ο κυρ-Θανάσης είναι μεγάλος σε ηλικία ή τουλάχιστον μοιάζει μεγάλος στα παιδικά μάτια. Δεν έχει γιο στην ομάδα, δεν είναι μέλος του ΔΣ, δεν παίρνει μισθό από το σύλλογο. Μένει στη γειτονιά, είναι θαμώνας στο διπλανό καφενείο, παρακολουθεί τα παιχνίδια του αντρικού και στο παρελθόν ο γιος του έπαιξε για λίγο στο εφηβικό.
Ο κυρ-Θανάσης είναι σταθερά εκεί για να βοηθήσει όπως μπορεί το παιδικό τμήμα. Μαζί με τον κόουτς είναι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Έχει τον άτυπο ρόλο του βοηθού προπονητή, κάνει τον «ταξιτζή» κάθε σ/κ, μας συνοδεύει παντού, δίνει το παρών στα αποδυτήρια και σε κάποιες προπονήσεις, βοηθάει στα κουβαλήματα, βάζει από την τσέπη του για να κεράσει μαζί με τον κόουτς τυρόπιτα και κακάο μετά από κάποιες μεγάλες νίκες, κάνει τον ειρηνοποιό σε τυχόν συρράξεις με τους αντιπάλους, δίνει συγχαρητήρια μετά από καλές εμφανίσεις και παρηγορεί μετά από ήττες.
Όταν η ομάδα έχει παίξει χάλια και ο κόουτς ρίχνει καντήλια στα αποδυτήρια, ο κυρ-Θανάσης περιμένει υπομονετικά να φύγει από τα αποδυτήρια ο εξοργισμένος Γιάννης Ιωαννίδης των φτωχών, μπαίνει μετά και προσπαθεί να αναπτερώσει το ηθικό λέγοντας πως “συμβαίνουν αυτά, είμαι σίγουρος πως θα είστε καλύτεροι στο επόμενο”.
Κάποιες φορές λόγω μέρας και ώρας δεν εμφανίζεται ούτε ο φιλότιμος μπαμπάς. Τότε ο κόουτς ή ο κυρ-Θανάσης κάνουν αναγκαστικά δυο δρομολόγια εν τάχει. Τις περισσότερες φορές στο αμάξι χώνονται περισσότεροι επιβάτες απ’ όσους θα ενέκρινε και η πιο ελαστική επιτροπή οδικής ασφάλειας. Μαζί τους βρίσκονται τα γεμάτα σακίδια τους, το δίχτυ με τις μπάλες, οι τσάντες με τις εμφανίσεις.
Σε ένα παλιό Toyota Corolla που αναστενάζει σε κάθε γκαζιά στοιβάζονται σαν να παίζουν tetris τόσα άτομα που αν μας σταματούσε ποτέ η αστυνομία θα χρειαζόταν λίγη ώρα μόνο για να βγούμε και να μας μετρήσει. Κανένας φυσικά δεν παραπονέθηκε ποτέ για τον συνωστισμό. Ελλείψει άλλων ενήλικων εθελοντών οι επιλογές ήταν πολύ συγκεκριμένες. Ή θα καθόσουν για ώρα στα γόνατα των συμπαικτών σου και θα κουτουλούσατε τα κεφάλια σας όταν έπεφτε η ρόδα σε λακκούβα ή δεν θα κατέβαινε η ομάδα στο ματς. Έχεις δοκιμάσει να πεις σε 16 τρελαμένα πιτσιρίκια που έκαναν προπονήσεις όλη την εβδομάδα ότι τζάμπα ξύπνησαν, δεν θα παίξουν μπάλα και οι αντίπαλοι θα πάρουν το ματς άνευ αγώνα;
Με τα χίλια ζόρια φτάνετε επιτέλους στο γήπεδο. Ο αγωνιστικός χώρος δεν έχει χόρτο. Ελάχιστα στην πόλη είχαν. Την πρώτη φορά που θα παίξετε σε χορτάρι ένας εξωτερικός παρατηρητής θα δει 16 παιδικά πρόσωπα να αστράφτουν με απόλυτο συγχρονισμό, με τα μάτια και τα στόματα ορθάνοιχτα, λες και έχουν ανοίξει τα δώρα των Χριστουγέννων και έχουν ανακαλύψει το νέο Playstation.
Η μπάλα αναπηδάει ανεξέλεγκτα στο ξερό και κάθε πτώση, ειδικά άτσαλη, είναι ένα μικρό φλερτ με τον πόνο και λίγο αίμα. Η σκόνη εγκαθίσταται σε κάθε σπιθαμή του σώματος σου και στη συνέχεια μεταφέρεται παντού στο αμάξι του κυρ-Θανάση, γιατί οι πολυτέλειες με το ντουζ στα αποδυτήρια είναι για τους μεγάλους. Στην καλύτερη περίπτωση, βρίσκεις μια ξέμπαρκη βρύση για να καθαρίσεις τουλάχιστον τις λάσπες από τα παπούτσια.
Το ματς θα τελειώσει. Όλη η αποστολή θα στοιβαχτεί ξανά στα 2-3 διαθέσιμα αμάξια. Αν η εμφάνιση είναι καλή, όλοι θέλουν να πάνε με τον προπονητή για να ακούσουν τα εύσημα. Αν η εμφάνιση είναι μάπα, όλοι τρέχουν να προλάβουν μια από τις 5-6-7 θέσεις στο αμάξι του κυρ-Θανάση που θα βρει κάτι θετικό να σχολιάσει στην απόδοση του καθενός. Τα αυτοκίνητα θα επιστρέψουν στα γραφεία και ο καθένας θα πάρει το δρόμο για το σπίτι. Πίσω θα μείνουν μόνο ο κόουτς και ο κυρ-Θανάσης, που θα συμμαζέψουν τις μπάλες και τις φανέλες και θα δώσουν ραντεβού για την επόμενη φορά, με την ελπίδα πως τότε θα εμφανιστεί κανένας φιλεύσπλαχνος οδηγός ακόμα.
Πολλά χρόνια αργότερα, αναπολώντας εκείνες τις εποχές με γνωστούς και φίλους, θα ανακαλύψεις ότι τελικά σε κάθε ομάδα υπήρχε κι ένας «κυρ-Θανάσης» (ή και δυο). Σε κάποιες περιπτώσεις είχε γιο στην ομάδα, σε κάποιες όχι. Ένας άνθρωπος που θυσίαζε ώρες από τη ζωή του, ακόμα και χρήματα, ανεξαρτήτως εποχής και καιρού, για να μπορούν κάποια παιδιά που δεν ήταν δικά του να κυνηγήσουν το όνειρο τους ή απλά να κάνουν το κέφι τους παίζοντας μπάλα.
[Η φωτογραφία είναι τυχαία και απεικονίζει το «νταμάρι του Ναυπλίου» όπως ήταν πριν από μερικά χρόνια]



