
Views 21
Η ΑΕΚ, από την παιδική μας ηλικία, μας προσεγγίζει παίζοντας με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής, τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Με ευαισθησία και λυρισμό, με κέφι και φαντασία, μας αναδεικνύει την καθημερινότητα σαν δεξιοτέχνης αφηγητής, που γνωρίζει τη μαγεία της ποικιλίας και της εναλλαγής. Με φαντασία και ευαισθησία προσεγγίζει, σε αυτές τις αφηγήσεις, το θαύμα της ανθρώπινης σκέψης.
Η ΑΕΚ είναι η θάλασσα του Βοσπόρου και ο ουρανός της Ελλάδας, η πέτρα που χτίστηκαν τα προσφυγικά σπίτια και το αίμα των αδικοχαμένων, τα φτερά του αετού και η γη που μας γέννησε, τα αστέρια που φωτίζουν τη νύχτα και το σκοτάδι που νικήθηκε από το φως της ελπίδας, τα κόκαλα των προγόνων μας και η φλόγα που θα κάψει κάθε κακό, κάθε άδικο, ό,τι μας τρώει την ψυχή.
Το 1922 ήταν η στιγμή που ένας ολόκληρος κόσμος κατέρρευσε μέσα σε μια νύχτα. Πόλεις, γλώσσες, μνήμες, τάφοι αγαπημένων. Οι πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα, έφεραν μαζί τους την Πόλη ολόκληρη, κρυμμένη στις πτυχές της ψυχής τους. Και μέσα από αυτή την απώλεια, από αυτή την ανείπωτη θλίψη, γεννήθηκε κάτι που δεν μπορούσαν να το αφαιρέσουν: η ΑΕΚ. Μια ομάδα. Ένα σύμβολο. Μια υπόσχεση ότι όσοι χάνουν τα πάντα, δεν χάνουν τον εαυτό τους, την ψυχή τους και τις ιδέες τους.

Κι όμως, η εξορία δεν τελείωσε στα λιμάνια της Σμύρνης. Συνεχίστηκε με άλλα πρόσωπα, άλλες μορφές. Οι απόγονοι των τότε προσφύγων έμαθαν γρήγορα πως η νέα πατρίδα δεν τους χάρισε τίποτα δωρεάν. Είδαν κάτι μισθούς πείνας. Είδαν τη μάνα τσακισμένη, χαράματα να καθαρίζει σκάλες, είδαν τον πατέρα στην πιάτσα για ένα μεροκάματο. Είδαν το μαγαζί χωρίς πελάτες, γιατί οι τσέπες των γειτόνων ήταν άδειες. Κι είδαν, επίσης, πως μια χούφτα λίγοι περνούσαν φίνα. Αυτοί οι λίγοι που υπάρχουν μόνο αρπάζοντας τον πλούτο που παράγουν οι πολλοί. Αυτοί που σκοτώνουν τον πατέρα τους και μετά ζητούν έλεος γιατί είναι ορφανοί.
Τον πραγματικό αυτό εμφύλιο, τον εμφύλιο της εκμετάλλευσης, της αδικίας, της σιωπής που επιβάλλεται, τον ξορκίζουν με εξυπναδούλες οι κυρίαρχοι της εξουσίας. Γιατί ξέρουν καλά τι τους τρομάζει: η ώρα που οι από κάτω δεν θα αντέχουν πια αυτούς που κάθονται στον σβέρκο τους.
Ο δικέφαλος αετός δεν κοιτά μόνο ένα μέρος. Κοιτά και τις δύο ακτές ταυτόχρονα. Την Ανατολή και τη Δύση, την παλιά πατρίδα και τη νέα, το χθες και το αύριο. Είναι η εικόνα του ανθρώπου που αρνείται να επιλέξει ανάμεσα στο πού γεννήθηκε και στο πού ανήκει. Που κρατά και τα δύο, ακόμα και όταν το βάρος τον τσακίζει. Γι’ αυτό ακριβώς οι εξουσίες του σύγχρονου κερδοσκοπικού αθλητισμού θέλουν να βάλουν στο χέρι το κομμάτι της λαϊκής εξέδρας, αυτό που δεν αγοράζεται, που δεν τιθασεύεται.

Γιατί μας θέλουν πελάτες. Μας βλέπουν σαν χρήματα, σαν νομίσματα που κυλάνε σε διάφορους ήχους, αδιάφορους, λυπημένους, χαρούμενους, δίνοντας στον κόσμο μας το σχήμα που τους βολεύει: αυτό του νομίσματος. Μα δεν υπάρχει νόμισμα που να μην κουβαλά μαζί του όλη την ιστορία της εξουσίας και της προδοσίας. Τον οβολό του Χάροντα, τα τριάντα αργύρια του Ιούδα, τα γυαλιστερά φλουριά που στο τέλος αποκαλύπτονται χάρτινοι κύκλοι. Αφού λοιπόν θέλουν να μας μετατρέψουν σε νομίσματα, ας λιώσουμε κι εμείς σαν μέταλλο, όχι σαν επίχρισμα όμως. Να λιώσουμε σε μια φωτιά που θα γεννήσει μια ιερή καρδιά, ικανή για όλα.
Υπάρχει μια φιλοσοφική αλήθεια που κρύβεται στην ιστορία κάθε προσφυγικής ομάδας: ότι η ταυτότητα δεν είναι τόπος, αλλά αφήγηση. Δεν είναι το χώμα που πατάς, αλλά η ιστορία που λες για το χώμα που άφησες πίσω σου. Η ΑΕΚ επέζησε γιατί έγινε αφήγηση. Γιατί κάθε γενιά ξαναδιηγήθηκε την ίδια ιστορία με τα δικά της λόγια, τα δικά της δάκρυα, τις δικές της νίκες και τις δικές της πληγές.
Ο Λορέντζος Μαβίλης το είχε πει ήδη από το 1896, με τη σοφία του σονέτου: «Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε/ την πίκρια της ζωής […] Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,/ τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:/ Θέλουν — μα δε βολεί να λησμονήσουν.» Αυτοί που ζουν δεν μπορούν να ξεχάσουν. Δεν τους αφήνουν. Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο τους χάρισμα και το βαρύτερο τους φορτίο.

Κι αυτό είναι ίσως το πιο βαθύ μυστικό της ΑΕΚ: Την αγαπάς επειδή σου θυμίζει ότι υπήρχαν πριν από σένα άνθρωποι που έχασαν τα πάντα και ξαναχτίστηκαν από μηδέν. Και αυτή η μνήμη, η αδήλωτη, η σιωπηλή, αλλά ζωντανή μνήμη, είναι η πιο ανθεκτική μορφή ελπίδας που γνωρίζει ο άνθρωπος.
Η ΑΕΚ είναι η ερώτηση που κάθε εποχή οφείλει να απαντήσει: τι θα κάνεις με αυτό που κληρονόμησες; Θα το αφήσεις να σβήσει, ή θα το κρατήσεις αναμμένο έστω με τα ίδια σου τα χέρια, στον άνεμο, μέσα στη νύχτα; Εδώ είμαστε, λοιπόν: στη στιγμή που τα τύμπανα του πολέμου εναντίον των λαϊκών στρωμάτων βαραίνουν ακόμα, αλλά ταυτόχρονα ανασυντάσσονται και οι δυνάμεις όσων δεν λησμονούν και δεν υποκύπτουν. Η αναμέτρηση είναι μπροστά μας. Αναπόφευκτη. Και αναπόσπαστο κομμάτι της θα είναι και η φλόγα αυτής της λαϊκής εξέδρας, αυτής που γεννήθηκε στα ερείπια μιας χαμένης πόλης και δεν έσβησε ποτέ.
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο AEK-LIVE .
