
Ήταν ένα Παγκόσμιο Κύπελλο με πολλές σπουδαίες προσωπικότητες. Ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον, ο Στιβ Κερ, ο Μάγκσι Μπογκς και ο Ρόνι Σεϊκάλι στα νιάτα τους και χωρίς την αναγνώριση, που κέρδισαν αργότερα, ο Άρβιντας Σαμπόνις, ο Ντράζεν Πέτροβιτς, ο Όσκαρ Σμιντ και άλλοι πολλοί. Και μέσα σε αυτούς, η ελληνική συμμετοχή για πρώτη φορά, τότε, σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.
Αντιλαμβάνεται κανείς, φυσικά, ότι έκτοτε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Ήταν το 1986 και, ένα μόλις χρόνο αργότερα, η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ θα έφερνε μια «έκρηξη» του αθλήματος στην χώρα μας, με την εξέλιξη που γνωρίζουμε έως τις μέρες μας. Η πραγματικότητα, τότε, ήταν ασφαλώς πολύ διαφορετική, καθώς το 1985 δε βρισκόμασταν καν στο Ευρωμπάσκετ εκείνης της χρονιάς και χρειαστήκαμε μια πρόκριση σε αγώνα «θρίλερ», απέναντι σε μια ομάδα που θα κερδίζαμε και πάλι στο Μουντομπάσκετ της Ισπανίας.
Η Εθνική Ανδρών άρχισε να γράφει τότε την ιστορία της στα παρκέ της Σαραγόσα, της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης κατά σειρά. Κανείς δεν φανταζόταν το τι θα ερχόταν στο μέλλον, αν και οι διεθνείς ήδη προειδοποιούσαν, ότι ήταν έτοιμοι να «χτυπήσουν» κάθε «μεγαθήριο». Τότε, απλά, έκαναν μονάχα την αρχή στην χώρα της Ιβηρικής Χερσονήσου και μια 10η θέση, που τότε εμφανιζόταν σαν κάτι σημαντικό, ήταν απλά η αρχή.
Η δραματική πρόκριση στο Εκεντρεβίλ
Το Εκεντρεβίλ, ένα χωριό επί της ουσίας 17.000 κατοίκων στη Γαλλία, που πλέον είναι απλά περιοχή του Μαν στην Νορμανδία, ήταν το πρώτο σημείο της πορείας εκείνης της Εθνικής προς την «αθανασία». Παρά τα πολλά προβλήματα τραυματισμών στους ψηλούς, που έφερε σε θέση τον τότε ομοσπονδιακό τεχνικό, Κώστα Πολίτη, να χρησιμοποιήσει τον νεαρό Αργύρη Καμπούρη, τον Παναγιώτη Καρατζά και, φυσικά, τον πολυμήχανο Φάνη Χριστοδούλου, η «γαλανόλευκη» πάλεψε και θριάμβευσε.
Σε μια αναμέτρηση, που κρίθηκε στην τρίτη παράταση και με μια Γαλλία που είχε τον Ερβέ Ντιμπουισόν στους 51 πόντους σε εκείνο το ματς, κατάφερε και επιβίωσε, επικρατώντας με 130-126, καταφέρνοντας να αντιπαρατάξει τους 43 πόντους του Νίκου Γκάλη, καθώς και τους 21 για έκαστο εκ των Γιαννάκη και Κοκολάκη. Η σπουδαία πρόκριση ήταν γεγονός και η Εθνική για πρώτη φορά θα έπαιζε σε Παγκόσμιο Κύπελλο το 1986 στην Ισπανία.
Η διπλή νίκη που μας έφερε στη 10η θέση, ο κορυφαίος σκόρερ Γκάλης και… η διαιτησία
Η πορεία της Εθνικής προς τη 10η θέση ολοκληρώθηκε μια μέρα σαν σήμερα, στις 20 Ιουλίου 1986. Οι διεθνείς μας αντιμετώπισαν, τότε, την Κίνα και ηττήθηκαν με 112-111, καταλαμβάνοντας τη 10η θέση και αφήνοντας, μάλιστα, την αίσθηση ότι μπορούσαν να είχαν πετύχει κάτι περισσότερο. Είχαν κάνει, ωστόσο, την αρχή για τα λαμπρά χρόνια, που ακολούθησαν και «απογείωσαν» το ελληνικό μπάσκετ.
Ο Κώστας Πολίτης έλεγε, ότι «σε ένα 48ωρο θα κριθούν όλα» και οι διεθνείς μας ισχυρίζονταν, ότι είχαν πια πλησιάσει σε επίπεδο τις μεγάλες εθνικές ομάδες, με την πρεμιέρα μας πράγματι να είναι απόλυτα επιτυχημένη απέναντι στον Παναμά με 110-81 και 53 πόντους από τον Νίκο Γκάλη, για να ακολουθήσει ένας θρίαμβος επί της Γαλλίας με 87-84. Παρά την ήττα με 87-86 από τους διοργανωτές Ισπανούς, ελέω διαιτησίας, όπου «έκλεβαν όλοι», όπως μεταφέρει τότε η «Αθλητική Ηχώ» και τη μετέπειτα απώλεια με τη Βραζιλία του Όσκαρ Σμιντ, που είχε μάλιστα ηττηθεί από τη Γαλλία, η νίκη μας με την Νότια Κορέα με 98-80 και η ταυτόχρονη νίκη των Βραζιλιάνων επί των οικοδεσποτών, μας φέρνει ως τρίτους στην επόμενη φάση, υπερτερώντας των «Τρικολόρ» στην ισοβαθμία.

Μπορεί, εκεί, να ηττηθήκαμε φυσιολογικά από την πανίσχυρη Σοβιετική Ένωση, την οποία βέβαια έναν χρόνο μετά θα κερδίζαμε στο ΣΕΦ, όμως εκεί που χάθηκαν όλα, ήταν στις ήττες με Κούβα και Ισραήλ. Η ελληνική ομάδα θα μπορούσε να έχει τη δυνατότητα κατάταξης στην πρώτη οκτάδα, καθώς δεν ήταν αντίπαλοι που τρόμαζαν, όμως οι απώλειες αυτές μας έφεραν σε θέση να διεκδικούμε την 9η θέση στους αγώνες κατάταξης 9-12, όπως εφαρμοζόταν εκείνη την εποχή.

Η «γαλανόλευκη» κατάφερε να «ξεσπάσει» έναντι της Αργεντινής με 102-88 και άπαντες έκαναν λόγο για τον «Μαραντόνα του μπάσκετ», Νίκο Γκάλη, που βγήκε μάλιστα πρώτος σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου με 337 πόντους έναντι των 310 του Όσκαρ Σμιντ, που έφτασε μέχρι το μικρό τελικό, ενώ ο Παναγιώτης Γιαννάκης ήταν 7ος σκόρερ και 5ος δημιουργός του πρωταθλήματος.
Με την Κίνα, πάντως, δεν τα καταφέραμε, αλλά λίγη σημασία είχε. Εκείνες τις μέρες, παρότι κερδίσαμε… πολλά «Όσκαρ», δε βρέθηκε κανείς να υποδεχθεί τους διεθνείς στο αεροδρόμιο. Έναν χρόνο μετά, όμως, θα έβγαζαν άπαντες στους δρόμους και θα έστελναν τους νέους στις μπασκέτες, που στήθηκαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, για να γίνει η χώρα μας ένας νέος μπασκετικός τόπος…

Credits: EOK E-Magazine/Νίκος Μπουρλάκης



