
“html
Η Ιστορια Του Καλυτερου Έλληνα Αριστερού Μπακ! | Γρηγόρης Γεωργάτος
Η Πρώιμη Καριέρα Και Η Άνοδος Στην Παναχαϊκή
Η πορεία του Γρηγόρη Γεωργάτου, ενός από τους πιο ταλαντούχους Έλληνες αριστερούς μπακ όλων των εποχών, ξεκίνησε από τα ταπεινά, ξερά γήπεδα της Πάτρας. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, ο Γεωργάτος έμελλε να μοιράζεται δωμάτιο και αγωνιστικό χώρο με τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή του κόσμου, τον Ρονάλντο Ναζάριο. Η ιστορία του Γεωργάτου είναι γεμάτη αντιθέσεις : από τη μία, η απόλυτη παγκόσμια αναγνώριση δίπλα στους κορυφαίους παίκτες, και από την άλλη, η μεγάλη σκιά της Εθνικής Ελλάδας, καθώς έμεινε εκτός από την επική πορεία του Euro 2004, πληρώνοντας το τίμημα ενός εκρηκτικού και ασταθούς χαρακτήρα. Η καταγωγή του Γεωργάτου είναι από την Κεφαλονιά, αλλά μεγάλωσε στον Πειραιά, στην Μπουρμπαριά, μια γειτονιά με βαθιές ποδοσφαιρικές ρίζες που σφυρηλάτησαν έναν ακλόνητο και αυθεντικό χαρακτήρα. Από μικρός, πήγαινε στο γήπεδο με τον παππού του, έναν παλαίμαχο ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού. Η ζωή του όμως άλλαξε ριζικά όταν η οικογένειά του μετακόμισε στην Πάτρα, λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του ως ναυτικού.
Τα Πρώτα Βήματα Και Η Ένταξη Στην Παναχαϊκή
Σε ηλικία μόλις 12 ετών, ο Γρηγόρης Γεωργάτος εντάχθηκε στα “Μαχητικά Κορίτσια” της Πάτρας, ξεκινώντας την ποδοσφαιρική του διαδρομή από τα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα της ΕΠΣ Πατρών. Η άνοδός του ήταν ραγδαία. Πέρασε από το εθνικό πρωτάθλημα στη Δυτική Περιφέρεια, όπου οι ικανότητές του άρχισαν να προκαλούν αίσθηση στους τοπικούς σκάουτς.
Η κρίσιμη στιγμή για την καριέρα του ήρθε το 1990. Ο Κώστας Δαβουρλής, ο θρυλικός αρχηγός της Παναχαϊκής, διέκρινε στον τότε 18χρονο Γεωργάτο τα στοιχεία ενός ποδοσφαιρικού ιδιοφυΐας. Με τη σύσταση του Δαβουρλή, ο Γεωργάτος υπέγραψε στην Παναχαϊκή, αρχικά εντασσόμενος στην ομάδα νέων, πριν προαχθεί στην ανδρική ομάδα το καλοκαίρι του 1991.
Στην Παναχαϊκή, ο Γεωργάτος δεν ξεκίνησε ως αμυντικός, όπως γνωρίζουμε αργότερα. Παρουσιάστηκε στο ελληνικό κοινό ως ένας χαρισματικός επιθετικός, ικανός να αγωνιστεί τόσο στον άξονα όσο και στην αριστερή πλευρά της μεσαίας γραμμής. Η τεχνική του κατάρτιση και το μαγικό αριστερό του πόδι τον καθιστούν άμεσα αναντικατάστατο στην αρχική ενδεκάδα της πατρινής ομάδας.
Η Καθιέρωση Στην Α’ Εθνική Και Οι Πρώτες Συγκρίσεις
Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1991-1992, ο Γεωργάτος έκανε το ντεμπούτο του στην Α’ Εθνική, καταγράφοντας 30 συμμετοχές και 4 γκολ. Η προσαρμογή του ήταν άμεση, και η ικανότητά του να σκοράρει απέναντι σε μεγάλες ομάδες του πρωταθλήματος, όπως ο Παναθηναϊκός και ο ΠΑΟΚ, τον καθιστά έναν από τους πιο συζητημένους νεαρούς παίκτες της χώρας.
Η καριέρα του στην Παναχαϊκή χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνεχή βελτίωση στα στατιστικά του. Τη σεζόν 1992-1993, σε 26 εμφανίσεις, σημείωσε 3 γκολ, ενώ τις επόμενες δύο σεζόν η παρουσία του έγινε ακόμη πιο επιδραστική, με συνολικά 11 γκολ στο πρωτάθλημα.
Η έναρξη της εποχής της Παναχαϊκής υπό την καθοδήγηση του Ανδρέα Μιχαλόπουλου και άλλων σημαντικών προπονητών, την καθιστά μια δύναμη που πρέπει να υπολογίζεται, με τον Γεωργάτο να είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της. Η ικανότητά του στην εκτέλεση στημένων φάσεων και στην εκτέλεση ακριβών σέντρων αρχίζει να δημιουργεί συγκρίσεις με μεγάλους ξένους παίκτες.
Ήταν ήδη εμφανές ότι η Πάτρα δεν μπορούσε πλέον να περιορίσει το ταλέντο του.
Η Συναρπαστική Μεταγραφή Στον Ολυμπιακό
Η μεταγραφή ενός από τους πρωταγωνιστές της ομάδας αρχίζει να φουντώνει από το καλοκαίρι του 1995. Ο Δεκέμβριος του 1995 βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις πιο συζητημένες μεταγραφικές μάχες στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ο Παναθηναϊκός, που τότε βίωνε μια χρυσή ευρωπαϊκή περίοδο, φτάνοντας στα ημιτελικά του Champions League το 1996, είχε εκφράσει έντονο ενδιαφέρον.
Σύμφωνα με μαρτυρίες και δημοσιεύματα της εποχής, ο Γεωργάτος είχε ουσιαστικά καταλήξει σε συμφωνία με την οικογένεια Βαρδινογιάννη. Ωστόσο, η καρδιά του παίκτη ανήκε στον Πειραιά. Παρά το γεγονός ότι ο Ολυμπιακός βρισκόταν σε μια “πέτρινη” εποχή της καριέρας του, χωρίς τίτλο πρωταθλήματος για σχεδόν μια δεκαετία, ο Γεωργάτος επέλεξε να ακολουθήσει το ένστικτό του.
Η απόφασή του να μην υπογράψει στα γραφεία του “τριφυλλιού” και να ενταχθεί στην “ερυθρόλευκη” ομάδα, θεωρείται από πολλούς τρέλα, αλλά αποδεικνύεται η κίνηση που σηματοδοτεί την επιστροφή του Ολυμπιακού στην κορυφή.
Η Επιστροφή Του Ολυμπιακού Στην Κορυφή
Η μεταγραφή ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1995, και ο Γεωργάτος έκανε το ντεμπούτο του με τον Ολυμπιακό, αγωνιζόμενος αρχικά ως αμυντικός μέσος υπό την καθοδήγηση του Τάκη Περιστέρη. Η επόμενη σεζόν, 1996-1997, σηματοδότησε την αρχή μιας νέας εποχής για τον Ολυμπιακό. Με την έλευση του Ίλια Ίβιτς στον πάγκο, ο Ολυμπιακός είχε ως στόχο την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Ο Ίβιτς αντιμετώπισε ένα τακτικό πρόβλημα : είχε δύο ξένους παίκτες στην αριστερή πλευρά, τον Γεωργάτο και τον νεοαποκτηθέντα Φρεντ Στόιτς. Η απόφαση του Ίβιτς να μετατρέψει τον Γεωργάτο από κεντρικό επιθετικό σε αριστερό μπακ ήταν πρωτοποριακή. Ο Γεωργάτος, με την ενέργεια και την ικανότητά του να προωθείται, δεν περιορίστηκε στις αμυντικές του αρμοδιότητες. Αντιθέτως, έγινε ένας “κρυφός” επιθετικός, δημιουργώντας μαζί με τον Τζόρτζεβιτς την πιο “εκρηκτική” αριστερή πτέρυγα που έχει δει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Η Κατάκτηση Του Πρωταθλήματος Και Η Ευρωπαϊκή Αναγνώριση
Τη σεζόν 1996-1997, ο Ολυμπιακός κατέκτησε το πρώτο του πρωτάθλημα μετά από 10 χρόνια. Ο Γεωργάτος ήταν καταλύτης, καταγράφοντας 33 συμμετοχές και σκοράροντας 6 γκολ στο πρωτάθλημα – ένας εντυπωσιακός αριθμός για αμυντικό. Οι εμφανίσεις του άρχισαν να προσελκύουν το ενδιαφέρον ευρωπαϊκών συλλόγων, καθώς το στυλ παιχνιδιού του θύμιζε έντονα τον Ρομπέρτο Κάρλος.
Τη σεζόν 1997-1998, ο Ολυμπιακός επέστρεψε στους ομίλους του Champions League. Ο Γεωργάτος ήταν πλέον ένας ολοκληρωμένος παίκτης, ικανός να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο. Την ίδια σεζόν, συνέχισε τις εξαιρετικές του εμφανίσεις, οδηγώντας τον Ολυμπιακό στην κατάκτηση του δεύτερου συνεχόμενου πρωταθλήματος, σκοράροντας 4 γκολ στο πρωτάθλημα και όντας ο κύριος εκφραστής των επιθέσεων από την αριστερή πτέρυγα.
Η Χρυσή Εποχή Και Η Μεταγραφή Στην Ίντερ
Η σεζόν 1998-1999 θεωρείται η κορυφή της καριέρας του Γρηγόρη Γεωργάτου στην Ελλάδα. Ο Ολυμπιακός, υπό την ηγεσία του Ντούσαν Μπάγεβιτς, έπαιζε το καλύτερο ποδόσφαιρο της δεκαετίας, κατακτώντας το νταμπλ στην Ελλάδα και φτάνοντας στα προημιτελικά του Champions League. Σε ένα σπάνιο ποδοσφαιρικό συγκυριακό γεγονός, ο Γεωργάτος αποδείχθηκε ο πρώτος σκόρερ του Ολυμπιακού στο πρωτάθλημα εκείνη τη σεζόν με 15 γκολ.
Παρόλο που αγωνιζόταν ως αριστερός μπακ, η ικανότητά του να πιέζει στην περιοχή και να εκτελεί εύστοχα πέναλτι και ελεύθερα χτυπήματα τον καθιστούσε φόβο και τρόμο για τους αντίπαλους τερματοφύλακες. Στην Ευρώπη, ο Ολυμπιακός ακολουθούσε μια μοναδική πορεία, αποκλείοντας την Ανόρθωση, κυριαρχώντας στον δύσκολο όμιλο με Άγιαξ, Πόρτο και Ντιναμό Ζάγκρεμπ, και στα πρώτα νοκ-άουτ, η μοίρα έφερε τον Ολυμπιακό αντιμέτωπο με τη Γιουβέντους.
Στον πρώτο αγώνα στο Τορίνο, ηττήθηκε με 2-1, αλλά ο Γεωργάτος πραγματοποίησε μια εμφάνιση που ανάγκασε τους Ιταλούς να τον “ζητήσουν”. Η ταχύτητα και η τεχνική του απέναντι σε παίκτες όπως ο Ζιντάν και ο Νταβίντς ήταν θρυλικές. Στον επαναληπτικό αγώνα, ο Ολυμπιακός βρισκόταν μια ανάσα από την πρόκριση στα προημιτελικά, με τον Γεωργάτο να προσφέρει ένα γκολ, αλλά το γκολ του Καντσατέλλο στο 85′ έσβησε το όνειρο.
Ωστόσο, ο Γεωργάτος είχε ήδη κερδίσει το εισιτήριό του για τη Serie A. Μάλιστα, εκείνη τη σεζόν αναδείχθηκε κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής της χρονιάς, και το καλοκαίρι του 1999, η Ίντερ, με πρόεδρο τον Μάσιμο Μοράτι, αποφάσισε να “ανοίξει τα ταμεία” για να αποκτήσει τον Έλληνα αμυντικό.
Η μεταγραφή κόστισε περίπου 2,5 δισεκατομμύρια δραχμές (περίπου 7 εκατομμύρια ευρώ), ένα ρεκόρ για Έλληνα ποδοσφαιριστή εκείνη την εποχή. Στο Μιλάνο, ο Γεωργάτος βρέθηκε σε ένα περιβάλλον γεμάτο αστέρια, με παίκτες όπως ο Ρονάλντο Ναζάριο, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο, ο Αντρεάνι, ο Λοράν Μπλαν και πολλοί άλλοι.
Ο Μαρσέλο Λίπι, που είχε αναλάβει την τεχνική ηγεσία, τον προόριζε για βασικό αριστερό μπακ.
## Η Μεταγραφή-Σοκ στον Ολυμπιακό και η Μεταμόρφωση σε Αριστερό Μπακ
Η πορεία του Γρηγόρη Γεωργάτου στο ελληνικό ποδόσφαιρο σημαδεύτηκε από ανατροπές και απρόσμενες εξελίξεις, με τη μεταγραφή του στον Ολυμπιακό το Δεκέμβριο του 1995 να αποτελεί ένα από τα πιο συζητημένα γεγονότα της εποχής. Μέχρι εκείνο το σημείο, ο Γεωργάτος είχε καθιερωθεί ως ένας χαρισματικός επιθετικός μέσος και σκόρερ με τη φανέλα της Παναχαϊκής, κεντρίζοντας το ενδιαφέρον μεγάλων ομάδων. Η απόφασή του να επιλέξει τον Ολυμπιακό, παρά το έντονο ενδιαφέρον του Παναθηναϊκού που βρισκόταν σε ευρωπαϊκή άνθηση, θεωρήθηκε από πολλούς ως "τρελή", δεδομένης της αγωνιστικής στασιμότητας των "ερυθρολεύκων" εκείνη την περίοδο. Ωστόσο, αυτή η κίνηση αποδείχθηκε καθοριστική για την επιστροφή του Ολυμπιακού στην κορυφή.
### Η Αρχή ως Επιθετικός και η Ανάδειξη στην Παναχαϊκή
Η ποδοσφαιρική διαδρομή του Γρηγόρη Γεωργάτου ξεκίνησε από τα "στεγνά γήπεδα" της Πάτρας, όπου αναδείχθηκε ως ένας ταλαντούχος μέσος. Στην Παναχαϊκή, αρχικά, δεν αγωνιζόταν ως αμυντικός, αλλά ως επιθετικός, με έφεση στο σκοράρισμα και τη δημιουργία. Η τεχνική του κατάρτιση και το μαγικό του αριστερό πόδι τον καθιστούσαν άμεσα αναντικατάστατο στην αρχική ενδεκάδα της πατρινής ομάδας. Κατά τη διάρκεια της σεζόν 1991-1992, ο Γεωργάτος έκανε το ντεμπούτο του στην Α' Εθνική, καταγράφοντας 30 συμμετοχές και 4 γκολ. Η προσαρμογή του ήταν άμεση, και η ικανότητά του να σκοράρει απέναντι σε μεγάλες ομάδες όπως ο Παναθηναϊκός και ο ΠΑΟΚ τον ανέδειξαν σε έναν από τους πιο υποσχόμενους νεαρούς παίκτες της χώρας.
Η καριέρα του στην Παναχαϊκή χαρακτηριζόταν από σταθερότητα και συνεχή βελτίωση. Στη σεζόν 1992-1993, είχε 26 συμμετοχές και 3 γκολ, ενώ τις επόμενες δύο σεζόν η παρουσία του έγινε ακόμα πιο επιδραστική, με συνολικά 11 γκολ στο πρωτάθλημα. Η εποχή υπό την καθοδήγηση του Ανδρέα Μιχαλόπουλου και άλλων σημαντικών προπονητών, όπου η Παναχαϊκή αποτελούσε μια δύναμη, έβρισκε τον Γεωργάτο ως τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη της. Η ικανότητά του να εκτελεί στατικές φάσεις και να εκτοξεύει ακριβείς σέντρες άρχισε να προκαλεί συγκρίσεις με σπουδαίους ξένους παίκτες. Ήταν ήδη εμφανές ότι η Πάτρα δεν μπορούσε πλέον να περιορίσει το ταλέντο του.
### Η "Σοκαριστική" Μεταγραφή στον Ολυμπιακό
Το καλοκαίρι του 1995, άρχισε να φουντώνει η μεταγραφική "μάχη" για έναν από τους "τιτλούχους" της Παναχαϊκής, και συγκεκριμένα για τον Γεωργάτο. Ο Παναθηναϊκός, που βρισκόταν σε μια χρυσή ευρωπαϊκή περίοδο, φτάνοντας στα ημιτελικά του Champions League το 1996, είχε εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με μαρτυρίες και δημοσιεύματα της εποχής, ο Γεωργάτος είχε ουσιαστικά καταλήξει σε συμφωνία με την οικογένεια Βαρδινογιάννη. Ωστόσο, η καρδιά του παίκτη ανήκε στον Πειραιά. Παρά το γεγονός ότι ο Ολυμπιακός βρισκόταν στην "πέτρινη εποχή" της καριέρας του, χωρίς πρωταθληματικό τίτλο για σχεδόν μια δεκαετία, ο Γεωργάτος επέλεξε να ακολουθήσει το ένστικτό του. Η απόφασή του να μην υπογράψει στα γραφεία του "πράσινου" συλλόγου και να ενταχθεί στην "ερυθρόλευκη" ομάδα θεωρείται από πολλούς "τρελή", αλλά αποδείχθηκε η κίνηση που σηματοδότησε την επιστροφή του Ολυμπιακού στην κορυφή.
Η μεταγραφή ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1995, και ο Γεωργάτος έκανε το ντεμπούτο του με τον Ολυμπιακό, αγωνιζόμενος αρχικά ως αμυντικός μέσος υπό την καθοδήγηση του Τάκη Περιστέρη. Αυτή η αρχική τοποθέτησή του, αν και όχι στη θέση που τον γνωρίσαμε αργότερα, έδειχνε την προσαρμοστικότητά του και την εμπιστοσύνη που του έδειχναν οι προπονητές. Η έλευσή του στον Πειραιά σηματοδότησε την αρχή μιας νέας εποχής για τον Ολυμπιακό, δίνοντας ένα ισχυρό μήνυμα για την αναγέννηση της ομάδας.
### Η Μεταμόρφωση σε Κορυφαίο Αριστερό Μπακ
Το καλοκαίρι του 1996 αποτέλεσε σημείο καμπής για τον σύγχρονο Ολυμπιακό, με τον Ίαν Μπέβιτ να αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία με στόχο την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Ο Μπέβιτ αντιμετώπισε ένα τακτικό δίλημμα : είχε δύο ξένους παίκτες στην αριστερή πλευρά, τον Γεωργάτο και τον νεοαποκτηθέντα Φρεντ Σαβέζ. Η απόφαση του Μπέβιτ να μετατρέψει τον Γεωργάτο από κεντρικό επιθετικό σε αριστερό μπακ-χαφ ήταν πρωτοποριακή. Ο Γεωργάτος, με την ενέργεια και την ικανότητά του να προωθείται, δεν περιοριζόταν στις αμυντικές του υποχρεώσεις. Αντιθέτως, έγινε ένας "κρυφός επιθετικός", δημιουργώντας μαζί με τον Τόμας Τζόουνς την πιο "εκρηκτική" αριστερή πτέρυγα που έχει δει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Κατά τη διάρκεια της σεζόν 1996-1997, ο Ολυμπιακός κατέκτησε το πρώτο του πρωτάθλημα μετά από 10 χρόνια. Ο Γεωργάτος αποτέλεσε καταλύτη, καταγράφοντας 33 συμμετοχές και σκοράροντας 6 γκολ στο πρωτάθλημα – εντυπωσιακός αριθμός για αμυντικό. Οι εμφανίσεις του άρχισαν να προσελκύουν το ενδιαφέρον ευρωπαϊκών συλλόγων, καθώς το στυλ παιχνιδιού του θύμιζε έντονα τον Ρομπέρτο Κάρλος. Η σεζόν 1997-1998 είδε τον Ολυμπιακό να επιστρέφει στους ομίλους του Champions League. Ο Γεωργάτος ήταν πλέον ένας ολοκληρωμένος παίκτης, ικανός να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο. Συνέχισε τις εξαιρετικές του εμφανίσεις, οδηγώντας τον Ολυμπιακό στην κατάκτηση του δεύτερου συνεχόμενου πρωταθλήματος, σκοράροντας 4 γκολ στο πρωτάθλημα και όντας ο κύριος εκφραστής των επιθέσεων από την αριστερή πτέρυγα.
Η σεζόν 1998-1999 θεωρείται η κορυφή της καριέρας του Γρηγόρη Γεωργάτου στην Ελλάδα. Ο Ολυμπιακός, υπό την ηγεσία του Ντούσαν Μπάγεβιτς, έπαιζε το καλύτερο ποδόσφαιρο της δεκαετίας, κατακτώντας το νταμπλ στην Ελλάδα και φτάνοντας στα προημιτελικά του UEFA Champions League. Σε μια σπάνια ποδοσφαιρική συγκυρία, ο Γεωργάτος αποδείχθηκε ο πρώτος σκόρερ του Ολυμπιακού στο πρωτάθλημα εκείνη τη σεζόν με 15 γκολ. Παρόλο που αγωνιζόταν ως αριστερός μπακ, η ικανότητά του να διεισδύει στην περιοχή και να εκτελεί εύστοχα πέναλτι και φάουλ τον καθιστούσε φόβητρο για τους αντίπαλους τερματοφύλακες. Στην Ευρώπη, ο Ολυμπιακός βρισκόταν σε μοναδική πορεία, αποκλείοντας την Ανόρθωση, κυριαρχώντας στον δύσκολο όμιλο με Άγιαξ, Πόρτο και Ντιναμό Ζάγκρεμπ, και φτάνοντας αντιμέτωπος με τη Γιουβέντους στα προημιτελικά. Στον πρώτο αγώνα στο Τορίνο, ο Ολυμπιακός έχασε 2-1, αλλά ο Γεωργάτος πραγματοποίησε μια εμφάνιση που ανάγκασε τους Ιταλούς να τον "στοχεύσουν". Η ταχύτητά του και η τεχνική του απέναντι σε παίκτες όπως ο Ζιντάν και ο Νταβίντς ήταν θρυλικές. Στη ρεβάνς, ο Ολυμπιακός ήταν μια ανάσα μακριά από την πρόκριση, αλλά το γκολ της Γιουβέντους στο 85' έσβησε το όνειρο. Ωστόσο, ο Γεωργάτος είχε ήδη κερδίσει το εισιτήριό του για τη Serie A.
Η μεταμόρφωσή του σε έναν από τους κορυφαίους αριστερούς μπακ της Ευρώπης ήταν πλέον γεγονός. Η ικανότητά του να συνδυάζει άμυνα και επίθεση, η εκρηκτικότητά του και η τεχνική του αρτιότητα τον ανέδειξαν σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης, έτοιμο να κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα του.
Βασικά Σημεία :
- Αρχικά αγωνιζόταν ως επιθετικός μέσος στην Παναχαϊκή.
- Εξαιρετικές ατομικές επιδόσεις και γκολ απέναντι σε μεγάλες ομάδες.
- Η "τρελή" μεταγραφή στον Ολυμπιακό το Δεκέμβριο του 1995, παρά το ενδιαφέρον του Παναθηναϊκού.
- Ο Ίαν Μπέβιτ τον μετατρέπει σε αριστερό μπακ-χαφ το 1996.
- Συνδυασμός αμυντικών και επιθετικών ικανοτήτων, δημιουργώντας μια εκρηκτική αριστερή πτέρυγα.
- Καταλυτικός ρόλος στην κατάκτηση του πρωταθλήματος του 1997 μετά από 10 χρόνια.
- Πρωταθλητής Ελλάδας και το 1998, φτάνοντας στα προημιτελικά του Champions League.
- Κορυφαίος σκόρερ του Ολυμπιακού στο πρωτάθλημα 1998-1999 με 15 γκολ.
- Η απόδοσή του απέναντι στη Γιουβέντους προκάλεσε το ενδιαφέρον της Serie A.
## Η Εποχή της Δόξας στον Ολυμπιακό και η Μεταγραφή στην Ίντερ
Η περίοδος 1998-1999 αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή της καριέρας του Γρηγόρη Γεωργάτου στον Ολυμπιακό και την Ελλάδα. Η ομάδα, υπό την καθοδήγηση του Ντούσαν Μπάγεβιτς, πραγματοποίησε μια εξαιρετική σεζόν, κατακτώντας το νταμπλ και φτάνοντας στα προημιτελικά του Champions League. Σε αυτό το εκθαμβωτικό σκηνικό, ο Γεωργάτος δεν ήταν απλώς ένας αμυντικός, αλλά ένας ολοκληρωμένος ποδοσφαιριστής που μπορούσε να αλλάξει την έκβαση ενός αγώνα. Η ικανότητά του να σκοράρει από κάθε θέση, είτε με σουτ, είτε με εκτελέσεις πέναλτι και φάουλ, τον κατέστησε αναπόσπαστο κομμάτι της επιθετικής γραμμής, κάτι σπάνιο για έναν παίκτη που αγωνιζόταν κατά κύριο λόγο ως αριστερός μπακ.
### Η Απογείωση στην Ευρώπη και η Σημαία για τη Serie A
Η πορεία του Ολυμπιακού στο Champions League εκείνη τη σεζόν ήταν ιστορική. Μετά την πρόκριση από έναν δύσκολο όμιλο, η ομάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη Γιουβέντους στα προημιτελικά. Στον πρώτο αγώνα στο Τορίνο, ο Γεωργάτος πραγματοποίησε μια εμφάνιση που έκανε τα ιταλικά ΜΜΕ να μιλούν για το ταλέντο του. Η ταχύτητα, η τεχνική του και η αντοχή του απέναντι σε αστέρες όπως ο Ζιντάν εντυπωσίασαν. Παρόλο που ο Ολυμπιακός αποκλείστηκε στην προημιτελική φάση, η ατομική του απόδοση, και συγκεκριμένα στον αγώνα με τη Γιουβέντους, άνοιξε οριστικά τις πόρτες για τη Serie A. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο Γεωργάτος ήταν έτοιμος για το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα του, σε ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα του κόσμου.
Η αναγνώριση της αξίας του δεν περιορίστηκε μόνο στις εμφανίσεις του. Τη σεζόν 1998-1999, ο Γεωργάτος ψηφίστηκε ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής της χρονιάς, μια διάκριση που επισφράγισε την εξαιρετική του πορεία και την εδραίωσή του στην ελίτ του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η απόδοσή του αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους Ευρωπαίους σκάουτ, οι οποίοι παρακολουθούσαν στενά την εξέλιξή του.
### Η Μεταγραφή στην Ίντερ : Ένα Όνειρο που Έγινε Πραγματικότητα
Το καλοκαίρι του 1999, ο πρόεδρος της Ίντερ, Μάσιμο Μοράτι, αποφάσισε να "τινάξει τη μπάνκα" για να αποκτήσει τον Έλληνα άσο. Η μεταγραφή κόστισε περίπου 2,5 δισεκατομμύρια δραχμές (περίπου 7 εκατομμύρια ευρώ), ένα ποσό ρεκόρ για Έλληνα ποδοσφαιριστή εκείνη την εποχή. Αυτό το ποσό αντικατόπτριζε την τεράστια προσδοκία που υπήρχε για τον Γεωργάτο στη Serie A. Στο Μιλάνο, ο Γεωργάτος βρέθηκε σε ένα περιβάλλον γεμάτο αστέρες, με παίκτες όπως ο Ρονάλντο, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο, ο Λοράν Μπλαν και πολλοί άλλοι. Ο προπονητής της Ίντερ, Μαρσέλο Λίπι, τον προόριζε για βασικό αριστερό μπακ.
Η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία από εκείνη την περίοδο αφορά τη συγκατοίκησή του με τον Ρονάλντο. Όταν ο Γεωργάτος έφτασε στην προπόνηση, οι διοικούντες της Ίντερ πρότειναν να μοιραστεί το ίδιο δωμάτιο με τον "Φαινόμενο". Παρά την αρχική του διστακτικότητα, ο Ρονάλντο τον υποδέχθηκε με μεγάλη θέρμη. Οι δύο τους έγιναν φίλοι, μοιραζόμενοι κοινά ενδιαφέροντα, όπως τα γρήγορα αυτοκίνητα και η αγάπη για τη μόδα. Ο Γεωργάτος έχει περιγράψει πώς ο Ρονάλντο είχε αδυναμία στις όμορφες γυναίκες και πώς συχνά έβλεπαν μαζί φωτογραφίες Βραζιλιάνων και Ελληνίδων μοντέλων για να περάσει η ώρα στο ξενοδοχείο.
Στην πρώτη του σεζόν, ο Γεωργάτος εντυπωσίασε τους Ιταλούς. Πραγματοποίησε 28 εμφανίσεις και σκόραρε 2 γκολ, ενώ μοίρασε και μία ασίστ. Οι οπαδοί της Ίντερ τον αποκαλούσαν "Sera Gol" και τον έβλεπαν ως διάδοχο του Αντρέας Μπρέμε, καθώς η ομάδα δεν είχε δει παίκτη με τέτοιο πάθος και απόδοση στην αριστερή πλευρά για πολλά χρόνια. Ωστόσο, παρά την επαγγελματική του επιτυχία, ο Γεωργάτος άρχισε να αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα λόγω της νοσταλγίας του για την Ελλάδα. Έλειπε η ζωή στον Πειραιά, οι φίλοι του και η ατμόσφαιρα του Ολυμπιακού. Όπως δήλωσε αργότερα, "Το μυαλό μου ήταν πάντα στην Ελλάδα", γεγονός που τον εμπόδισε να έχει την καριέρα που όλοι προέβλεπαν στην Ιταλία.
### Ο Απρόσμενος Γυρισμός στον Ολυμπιακό
Η νοσταλγία του Γεωργάτου οδήγησε σε μια απρόσμενη κίνηση : την επιστροφή του στον Ολυμπιακό για τη σεζόν 2000-2001. Η επιστροφή του γιορτάστηκε με ενθουσιασμό από τους "ερυθρόλευκους" οπαδούς. Κατά τη διάρκεια εκείνης της σεζόν, ο Γεωργάτος βοήθησε τον Ολυμπιακό να κατακτήσει άλλο ένα πρωτάθλημα, σκοράροντας 5 γκολ σε 20 αγώνες. Παρά την καλή του απόδοση, στο τέλος της σεζόν έπρεπε να επιστρέψει στην Ίντερ, καθώς το συμβόλαιό του ήταν ακόμα σε ισχύ. Η επιστροφή του στην Ιταλία το 2001 δεν ήταν όπως την είχε φανταστεί. Η ομάδα είχε αλλάξει προπονητή και ο Έκτορ Κούπερ είχε μια διαφορετική τακτική προσέγγιση, λιγότερο επιθετική από αυτή του Λίπι, γεγονός που περιόρισε τις προωθήσεις του Γεωργάτου. Επιπλέον, ένας σοβαρός τραυματισμός τον κράτησε εκτός αγωνιστικής δράσης για μεγάλο διάστημα. Συνολικά εκείνη τη σεζόν, έκανε μόλις 10 εμφανίσεις και σκόραρε ένα γκολ.
Η απογοήτευση ήταν εμφανής, και ο Γεωργάτος ζήτησε επίμονα την άρση του συμβολαίου του, ώστε να επιστρέψει μόνιμα στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2002. Αυτή η επιθυμία του να βρίσκεται κοντά στην πατρίδα και στην αγαπημένη του ομάδα, τον Ολυμπιακό, υπερίσχυσε των ευκαιριών που του προσέφερε το ιταλικό πρωτάθλημα.
Βασικά Σημεία :
- Κορυφαία σεζόν 1998-1999 με Ολυμπιακό : νταμπλ και προημιτελικά Champions League.
- Πρώτος σκόρερ Ολυμπιακού στο πρωτάθλημα 1998-1999 με 15 γκολ.
- Επιλογή του ως ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής της χρονιάς 1998-1999.
- Μεταγραφή ρεκόρ στην Ίντερ το 1999 για περίπου 7 εκατομμύρια ευρώ.
- Συγκατοίκηση με τον Ρονάλντο και δημιουργία φιλικής σχέσης.
- 28 εμφανίσεις, 2 γκολ και 1 ασίστ στην πρώτη του σεζόν στην Ιταλία.
- Ψυχολογικά προβλήματα λόγω νοσταλγίας και η επιθυμία επιστροφής στην Ελλάδα.
- Επιστροφή στον Ολυμπιακό για τη σεζόν 2000-2001, κατάκτηση πρωταθλήματος.
- Δύσκολη δεύτερη θητεία στην Ίντερ (2001-2002) λόγω αλλαγής προπονητή και τραυματισμού.
- Επιστροφή στην Ελλάδα το 2002, επιθυμώντας να βρίσκεται κοντά στην πατρίδα και τον Ολυμπιακό.
Η Επιστροφή Στον Ολυμπιακό Και Η Εποχή Της Αεκ
Μετά από ένα εντυπωσιακό πέρασμα από την Ιταλία και την Ίντερ, ο Γρηγόρης Γεωργάτος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια απρόσμενη τροπή στην καριέρα του. Η νοσταλγία για την πατρίδα, η αγάπη για τον Ολυμπιακό και η ανάγκη για μια νέα αρχή τον οδήγησαν πίσω στην Ελλάδα, σε μια περίοδο που σηματοδοτήθηκε από την επιστροφή του στους “ερυθρόλευκους” και, λίγο αργότερα, από μια μεταγραφή που συζητήθηκε έντονα : αυτή στην ΑΕΚ.
Η Επιστροφή Στους “ερυθρόλευκους”
Το καλοκαίρι του 2000, ο Γεωργάτος, νιώθοντας έντονη την έλλειψη της Ελλάδας και του οικείου περιβάλλοντος, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον Ολυμπιακό. Η μεταγραφή αυτή πανηγυρίστηκε θερμά από τους φίλους της ομάδας, οι οποίοι τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό, βλέποντας στο πρόσωπό του τον ποδοσφαιριστή που είχε γνωρίσει και αγαπήσει.
Η επιστροφή του σηματοδοτήθηκε από την κατάκτηση ενός ακόμη πρωταθλήματος την περίοδο 2000-2001, όπου συνέβαλε τα μέγιστα με πέντε γκολ σε είκοσι συμμετοχές. Παρά τις καλές του εμφανίσεις, το συμβόλαιό του στην Ιταλία εξακολουθούσε να ισχύει, γεγονός που τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Ίντερ το 2001.
Ωστόσο, η δεύτερη θητεία του στην Ιταλία δεν ήταν όπως την είχε φανταστεί.
Η Δύσκολη Δεύτερη Θητεία Στην Ίντερ
Η επιστροφή του στην Ίντερ το 2001 ήταν γεμάτη προκλήσεις. Η ομάδα είχε αλλάξει προπονητή, με τον Μπερτίνι να ακολουθεί μια πιο αμυντικογενή φιλοσοφία, περιορίζοντας τις προωθήσεις του Γεωργάτου. Επιπλέον, ένας σοβαρός τραυματισμός τον άφησε εκτός αγωνιστικής δράσης για μεγάλο διάστημα.
Τη σεζόν αυτή, κατέγραψε μόλις 10 συμμετοχές και ένα γκολ, αφήνοντας πίσω του μια αίσθηση απογοήτευσης. Η συνεχής επιθυμία του να βρίσκεται στην Ελλάδα τον οδήγησε στο αίτημα για λύση του συμβολαίου του, ώστε να επιστρέψει μόνιμα στην πατρίδα το καλοκαίρι του 2002.
Η Μεταγραφή Στην Αεκ Και Η Αντιπαράθεση
Το 2002, ο Γεωργάτος βρέθηκε ελεύθερος και η προφανής επιλογή ήταν ο Ολυμπιακός. Ωστόσο, η διοίκηση του Ολυμπιακού, υπό τον Σωκράτη Κόκκαλη, είχε ήδη αποκτήσει τον Στέλιο Βενετίδη για τη θέση του αριστερού μπακ και αρνήθηκε την επιστροφή του Γεωργάτου.
Σε αυτή τη συγκυρία, ο Μάκης Ψωμιάδης, γνωστός για τις μεθόδους του, άδραξε την ευκαιρία και έπεισε τον Γεωργάτο να υπογράψει συμβόλαιο τριών ετών με την ΑΕΚ. Η είδηση αυτή προκάλεσε σοκ, καθώς ο Γεωργάτος ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τον Ολυμπιακό.
Η υποδοχή από τους οπαδούς της ΑΕΚ ήταν εξαιρετικά εκφραστική, με έντονη δυσφορία.
Τεντωμένο Κλίμα Και Επεισόδια
Στην παρουσίαση της ομάδας στη Νέα Φιλαδέλφεια στις 23 Ιουλίου 2002, το κλίμα ήταν τεταμένο. Περίπου 50 οπαδοί εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους τόσο για τον Γεωργάτο όσο και για τον προπονητή, Γιάννη Βενέτη, ο οποίος επέστρεφε στην ΑΕΚ μετά τη θητεία του στον Ολυμπιακό. Μετά το τέλος της προπόνησης, το όχημα του Γεωργάτου βανδαλίστηκε από οργανωμένους οπαδούς της ΑΕΚ. Ο Μάκης Ψωμιάδης, μόλις ενημερώθηκε, αντέδρασε έντονα, φτάνοντας στο σημείο να επιπλήξει τον υπεύθυνο επικοινωνίας της ΑΕΚ, πιστεύοντας ότι δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή των επεισοδίων. Σε ραδιοφωνική του συνέντευξη, ο Ψωμιάδης δήλωσε κατηγορηματικά : “Επέλεξα Βενέτη και Γεωργάτο και δεν δίνω λόγο σε κανέναν. Αν έχουν πρόβλημα, ας έρθουν να με βρουν.”
Η Επαγγελματική Αντιμετώπιση Και Η Συμβολή Στην Αεκ
Παρά το εχθρικό κλίμα, ο Γεωργάτος επέδειξε επαγγελματισμό. Σταδιακά, κέρδισε την εκτίμηση της διοίκησης και του φίλαθλου κοινού της ΑΕΚ με τις εμφανίσεις του. Τη σεζόν 2002-2003, αγωνιζόμενος κυρίως ως αριστερός μπακ, κατέγραψε 23 συμμετοχές και μοίρασε 11 ασίστ, βοηθώντας την ΑΕΚ να τερματίσει στην τρίτη θέση.
Παρόλο που είχε δηλωθεί για τον Ολυμπιακό, αγωνιζόταν πάντα με πάθος και προσέφερε το 100% των δυνατοτήτων του, κάτι που τελικά εκτιμήθηκε από τους οπαδούς της ΑΕΚ. Στο Champions League, συμμετείχε στην ιστορική πορεία της ΑΕΚ, παραμένοντας αήττητη σε έναν όμιλο με Ρεάλ Μαδρίτης και Ρόμα.
Αν και αγωνίστηκε σε τέσσερις από τους έξι αγώνες, η κλάση του ήταν παγκόσμια. Την επόμενη σεζόν, 2003-2004, ξεκίνησε εντυπωσιακά, σκοράροντας πέντε γκολ σε μόλις έξι αγώνες πρωταθλήματος. Ωστόσο, η οικονομική κρίση στην ΑΕΚ και η αποχώρηση του Ψωμιάδη δημιούργησαν ανασφάλεια.
| Σεζόν | Ομάδα | Συμμετοχές | Γκολ | Ασίστ |
|---|---|---|---|---|
| 2000-2001 | Ολυμπιακός | 20 | 5 | – |
| 2001-2002 | Ίντερ | 10 | 1 | – |
| 2002-2003 | ΑΕΚ | 23 | – | 11 |
| 2003-2004 (μέχρι Ιανουάριο) | ΑΕΚ | 6 | 5 | – |
Η Αντιπαράθεση Με Την Εθνική Ομάδα Και Η Απουσία Από Το Euro 2004
Η πορεία του Γρηγόρη Γεωργάτου στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Ελλάδας υπήρξε, όπως και σε πολλά σημεία της καριέρας του, ταραχώδης και σημαδεύτηκε από έντονες αντιπαραθέσεις, οι οποίες τελικά τον οδήγησαν στην απουσία του από την ιστορική επιτυχία του Euro 2004.
Η σχέση του με την Εθνική ομάδα, αν και ξεκίνησε με υποσχέσεις, κατέληξε σε μια πρόωρη και επώδυνη διακοπή, αποδεικνύοντας την εκρηκτική του φύση και τις συνέπειες των αποφάσεών του.
Η Σταδιοδρομία Στην Εθνική Ομάδα
Η παρουσία του Γεωργάτου με το εθνόσημο ξεκίνησε το 1995 και ολοκληρώθηκε πρόωρα το 2001. Σε αυτό το διάστημα, κατέγραψε 35 συμμετοχές και πέτυχε τρία γκολ. Η πορεία του στην Εθνική χαρακτηριζόταν από στιγμές ατομικής λάμψης, αλλά και από την έντονη προσωπικότητά του, η οποία συχνά τον έφερνε σε σύγκρουση με το προπονητικό επιτελείο και τους συμπαίκτες του.
Η Ρήξη Με Την Ομοσπονδία
Η τελική ρήξη με την Εθνική ομάδα επήλθε μετά από έναν αγώνα για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπου η Ελλάδα ηττήθηκε από τη Φινλανδία τον Σεπτέμβριο του 2001. Ο Γεωργάτος, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας, κατήγγειλε ότι κάποιοι παίκτες τον αντιμετώπιζαν υποτιμητικά, θεωρώντας τον “Βενετσιάνο” λόγω της θητείας του στην Ίντερ.
Αν και διευκρίνισε ότι τα νεύρα του προέρχονταν από τους συμπαίκτες του και όχι από τον προπονητή, η απόφασή του να αποχωρήσει από την ομάδα ήταν οριστική. Αυτή η απόφαση τον στέρησε από τη συμμετοχή στο Euro 2004, μια ευκαιρία που αργότερα παραδέχτηκε ότι αποτέλεσε λάθος, προϊόν της παρορμητικότητάς του.
Η Απουσία Από Το Euro 2004
Η απουσία του Γρηγόρη Γεωργάτου από την Εθνική Ελλάδας στο Euro 2004, η οποία στέφθηκε με την κατάκτηση του τροπαίου, υπήρξε ένα από τα πιο συζητημένα θέματα που αφορούσαν τον ίδιο. Η έκρηξη του χαρακτήρα του και οι συνέπειες αυτής της έκρηξης του στέρησαν τη συμμετοχή σε μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του ελληνικού αθλητισμού.
Ο ίδιος ο Γεωργάτος, σε μεταγενέστερες δηλώσεις του, εξέφρασε τη λύπη του για αυτή την απόφαση, αναγνωρίζοντας την παρορμητικότητά του ως την κύρια αιτία.
Η Οπτική Του Ότο Ρεχάγκελ
Ο τότε ομοσπονδιακός προπονητής, Ότο Ρεχάγκελ, είχε αναφέρει σε συνεντεύξεις του ότι πάντα εκτιμούσε το ταλέντο του Γεωργάτου, αλλά η ακεραιότητα της ομάδας ήταν υπέρτατη. Εξήγησε ότι είχε στο μυαλό του να χρησιμοποιήσει τον Γεωργάτο σε διαφορετική θέση, αλλά ο “σκληρός” χαρακτήρας του και η απροθυμία του να ακολουθήσει τις οδηγίες του προπονητή, τον οδήγησαν στην απόφαση να μην τον συμπεριλάβει στην αποστολή για το Euro 2004.
Ο Ρεχάγκελ έδωσε έμφαση στην πειθαρχία και την ομοιογένεια της ομάδας, παράγοντες που, κατά την άποψή του, ήταν απαραίτητοι για την επιτυχία.
Η Αντίληψη Του Γεωργάτου
Ο Γεωργάτος, από την πλευρά του, είχε δηλώσει ότι εντυπωσιάστηκε από το κλίμα που επικρατούσε στην Εθνική ομάδα, αλλά η διαφωνία του με συγκεκριμένους παίκτες και η αίσθηση ότι δεν αντιμετωπιζόταν δίκαια, τον οδήγησαν στην απόφαση της αποχώρησης. Η απουσία του από το Euro 2004, αν και τον πίκρανε, αποτέλεσε ένα μάθημα ζωής για τον ίδιο, τονίζοντας την ανάγκη για αυτοέλεγχο και διαχείριση των συναισθημάτων, ειδικά σε ένα ομαδικό περιβάλλον.
Η Επιστροφή Στον Ολυμπιακό Και Το Τέλος Της Καριέρας
Η πορεία του Γρηγόρη Γεωργάτου στο ποδόσφαιρο έφτασε σε ένα σημείο καμπής με την επιστροφή του στον Ολυμπιακό το 2004, μια επιστροφή που σηματοδότησε την τελευταία του μεγάλη περίοδο ως παίκτης. Αυτή η περίοδος, αν και λιγότερο εκρηκτική από προηγούμενες, τον βρήκε να αγωνίζεται δίπλα σε θρύλους και να συμβάλλει στην κατάκτηση τίτλων, προτού κρεμάσει τα παπούτσια του.
Η Τρίτη Θητεία Στους “ερυθρόλευκους”
Τον Ιανουάριο του 2004, ο Γεωργάτος επέστρεψε στον Ολυμπιακό, την ομάδα της καρδιάς του, ακόμη και πληρώνοντας μέρος του ποσού της μεταγραφής από δικά του χρήματα για να μείνει ελεύθερος. Η επιστροφή του συνέπεσε με την επιθυμία της ομάδας να ανακτήσει την κυριαρχία της μετά την απώλεια του πρωταθλήματος από τον Παναθηναϊκό.
Η σεζόν 2004-2005, υπό την καθοδήγηση του Γιάννη Βενέτη, ο οποίος επέστρεψε στον πάγκο του Ολυμπιακού, έδωσε στον Γεωργάτο την ευκαιρία να αγωνιστεί δίπλα σε έναν άλλο θρύλο, τον Ριβάλντο. Παρόλο που δεν είχε πλέον την ταχύτητα ενός 20χρονου, η ποιότητά του στο παιχνίδι και οι συνεργασίες του με τον Ριβάλντο και τον Τζιοβάνι έδωσαν μαγικές στιγμές στους φιλάθλους.
Στατιστικά Τρίτης Θητείας
| Σεζόν | Ομάδα | Συμμετοχές | Γκολ | Ασίστ |
|---|---|---|---|---|
| 2004-2005 | Ολυμπιακός | – | – | – |
| 2005-2006 | Ολυμπιακός | 22 | 1 | 4 |
| 2006-2007 | Ολυμπιακός | – | – | 3 |
Στη σεζόν 2005-2006, κατέγραψε 22 συμμετοχές, σκοράροντας ένα γκολ και μοιράζοντας τέσσερις ασίστ, συμβάλλοντας στην κατάκτηση ενός ακόμη πρωταθλήματος. Η τελευταία του σεζόν, 2006-2007, ήταν κυρίως τιμητική, καθώς αποφάσισε να ενταχθεί στον Ολυμπιακό στο τέλος του έτους, ολοκληρώνοντας την καριέρα του με την ομάδα.
Το Τέλος Της Ποδοσφαιρικής Καριέρας
Στην ηλικία των 34 ετών, ο Γρηγόρης Γεωργάτος είχε πλέον ολοκληρώσει την ποδοσφαιρική του διαδρομή. Στην τελευταία του σεζόν, συμμετείχε μόνο στο πρωτάθλημα, καταγράφοντας τρεις ασίστ. Τον Ιούλιο του 2007, ανακοίνωσε επίσημα το τέλος της καριέρας του, έχοντας κατακτήσει συνολικά επτά πρωταθλήματα και τρία κύπελλα με τον Ολυμπιακό.
Η καριέρα του, γεμάτη έντονες στιγμές, παρορμητικές αποφάσεις και ασύγκριτο ταλέντο, άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Συνολική Αποτίμηση
Ο Γρηγόρης Γεωργάτος υπήρξε ένας από τους κορυφαίους αριστερούς μπακ που ανέδειξε η Ελλάδα. Η ικανότητά του να συνδυάζει αμυντικά καθήκοντα με επιθετικές προωθήσεις, η τεχνική του κατάρτιση και η εκρηκτικότητά του τον έκαναν να ξεχωρίζει. Η πορεία του, αν και σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και απρόοπτες αποφάσεις, αποτελεί μια συναρπαστική ιστορία ενός ποδοσφαιριστή που έζησε το άθλημα στο έπακρο, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά γεμάτη πάθος και αξέχαστες στιγμές.



