
Ο ΠΑΟΚ που θέλουμε να βλέπουμε είναι μαχητικός. Δεν εγκαταλείπει τα παιχνίδια του, ακόμη κι όταν το -21 μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Γράφει η Όλγα Χιονίδου.
Μετά τη Μύκονο και το Μπιλμπάο, η λέξη «αντίδραση» αιωρούνταν πάνω από την ομάδα. Όχι ως κλισέ, αλλά ως ανάγκη. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Παναθηναϊκός, σε ένα παιχνίδι που έτσι κι αλλιώς δεν σου συγχωρεί τίποτα. Το ξεκίνημα ήταν αποκαρδιωτικό. Ο ΠΑΟΚ μπήκε στο παρκέ σαν να μην είχε καταλάβει τι παιχνίδι παίζει και με ποιον. Άστοχος, νευρικός, χωρίς καθαρό μυαλό. Το χειρότερο δεν ήταν ότι έχανε, αλλά ότι έμοιαζε να μην μπορεί να σταθεί. Και το πιο εκνευριστικό; Ο Παναθηναϊκός δεν έπαιζε καν καλά.
Κάπου εκεί, όμως, ήρθε η επιστροφή από τα αποδυτήρια. Και μαζί της, μια διαφορετική νοοτροπία. Το 31-12 στο τρίτο δεκάλεπτο δείχνει πολλά. Είναι απόφαση. Είναι «μένω μέσα στο παιχνίδι», είναι «θα το παλέψω μέχρι τέλους». Το comeback σε ένα ματς που έμοιαζε τελειωμένο είναι, για μένα, το πραγματικό κέρδος. Το σκορ γράφει ήττα, είτε με πέντε είτε με είκοσι πόντους. Στην ψυχολογία, όμως, δεν γράφουν όλα το ίδιο. Εκεί, ο ΠΑΟΚ κέρδισε κάτι πολύ πιο σημαντικό από δύο βαθμούς.
Αυτή η ομάδα βρίσκεται σε μεταβατική φάση, όσο κι αν δεν αρέσει να το ακούμε. Οι αποχωρήσεις των Τζάκσον και Μπράουν και οι τέσσερις νέες προσθήκες άλλαξαν τα πάντα. Ρόλους, ισορροπίες, χημεία. Ο ΠΑΟΚ δεν ήταν καλός σε αρκετά παιχνίδια, αλλά έβρισκε τρόπους να κερδίζει. Όταν ήρθαν οι ήττες, ήρθαν και τα ερωτήματα. Λογικό. Εκεί, όμως, μετράει το πώς αντιδράς. Αν σκύβεις το κεφάλι ή αν σφίγγεις τα δόντια. Αυτός ο ΠΑΟΚ, στο δεύτερο ημίχρονο με τον Παναθηναϊκό, διάλεξε το δεύτερο.
Φυσικά και υπάρχουν πράγματα που δεν γίνεται να προσπεράσεις. Το πρώτο δεκάλεπτο ήταν καμπανάκι. Η απροετοιμασία, η αστοχία, τα αμυντικά προβλήματα απέναντι σε μια ομάδα που δεν διανύει περίοδο φόρμας, δεν γίνεται να επαναληφθούν. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς. Μια ομάδα που μέχρι πριν λίγο καιρό στηριζόταν σε οκτώ παίκτες και μέσα στη σεζόν αλλάζει τόσο δραστικά, είναι αναπόφευκτο να χάσει τον βηματισμό της. Το ζητούμενο δεν είναι η τέλεια εικόνα. Είναι η επιστροφή μετά το στραβοπάτημα.
Τα επόμενα δύο παιχνίδια δεν είναι απλώς σημαντικά. Είναι καθοριστικά. Η Πριέβιτζα στη Σλοβακία δεν είναι ταξίδι αναψυχής. Είναι ματς που κρίνει πρόκριση και ηρεμία. Ακολουθεί ο Πανιώνιος, μια ομάδα που παίζει με το μαχαίρι στα δόντια γιατί δεν έχει περιθώρια. Τα παιχνίδια με ουραγούς είναι συχνά τα πιο επικίνδυνα. Εκεί δεν χωρά χαλαρότητα. Εκεί χρειάζεται καθαρό μυαλό και χαρακτήρας.
Από τους νεοαποκτηθέντες, ο Πάτρικ Μπέβερλι έδειξε ακριβώς αυτό που περιμένεις από έναν παίκτη με τη δική του εμπειρία. Τσαμπουκά, ένταση, διάθεση να μπει πρώτος στις μονομαχίες και να μη φοβηθεί το παιχνίδι. Σε τέτοια ματς αυτό είναι απαραίτητο. Στον αντίποδα, ο Μπριν Ταϊρί χάθηκε στο πρώτο ημίχρονο, εγκλωβίστηκε στην πίεση του Παναθηναϊκού και δεν κατάφερε να διαχειριστεί τον ρυθμό. Ο Νίκος Χουγκάζ αγωνίστηκε ξανά ελάχιστα, οπότε είναι άδικο να βγουν ασφαλή συμπεράσματα για την προσφορά του. Όσο για τον Τίμι Άλεν, μέχρι στιγμής δεν έχει δώσει όσα περιμέναμε. Ήρθε με την ταμπέλα του παίκτη που μπορεί να σκοράρει και να πάρει πρωτοβουλίες, όμως δείχνει ακόμη εκτός πλαισίου στα «θέλω» του Ζντοβτς. Χρειάζεται χρόνος και προσαρμογή. Υπομονή.
Και επειδή δεν γίνεται να το αγνοήσω, πάμε και στο κομμάτι της διαιτησίας. Για ακόμη μία φορά, ο ΠΑΟΚ ένιωσε ότι παίζει σε ανηφορικό γήπεδο. Ναι, ήταν κακός στο πρώτο ημίχρονο. Αυτό δεν ακυρώνει, όμως, όσα έγιναν από τους Πουρσανίδη, Τσιμπούρη και Μπακάλη. Η αποβολή του Ζντοβτς με δεύτερη τεχνική ποινή στο τέλος του πρώτου δεκαλέπτου είναι από αυτές τις φάσεις που μένουν, με επιθετικό φάουλ-ανακάλυψη στον Μάρβιν Τζόουνς. Όπως και το αντιαθλητικό που δεν δόθηκε στο φινάλε στον Μουρ είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Δεν μιλάμε για λάθη στιγμής, αλλά για διαχείριση που εξοργίζει.
Αν η GBL θέλει να μιλά για ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, πρέπει πρώτα να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Για χρόνια, κάποιοι έμαθαν να κάνουν κουμάντο και δεν τους αρέσει όταν εμφανίζονται «ενοχλητικοί», που τους κοντράρουν εντός παρκέ και διεκδικούν βαθμούς. Αυτός ο… φαταουλισμός δεν βοηθά κανέναν. Και σίγουρα δεν πάει το άθλημα μπροστά.
Ο ΠΑΟΚ δεν κέρδισε. Αλλά έδειξε κάτι που είχαμε ανάγκη να δούμε. Και αυτό, σε αυτή τη φάση, έχει αξία.
